HOT NEWSΑΠΟΨΕΙΣΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑΜΠΑΣΚΕΤΣΥΡΙΓΟΥ

“1968: Όταν ο αθλητισμός συνάντησε την Τέχνη…” (pics-vid)

731προβολές

“Παίζοντας με τις ημερομηνίες…”

Οι αριθμοί δεν είναι το “φόρτε” μου. Ούτε μ’ εντυπωσιάζουν. Η σχέση μου με τις ημερομηνίες και τα σημαντικά γεγονότα βρίσκονται σ’ απόλυτη σύγκρουση. Ωστόσο, υπάρχουν και κάποιες χαρακτηριστικές, εμβληματικές θα τις αποκαλούσα, στιγμές, σχεδόν σταθμοί, που πολύ δύσκολα θα τις λησμονήσει κανείς. Είτε γιατί αδυνατεί, είτε γιατί δε θέλει.

Μια απ’ αυτές η 4η Απρίλη του 1968.

Πριν, ωστόσο, γυρίσουμε το φιλμ και φτάσουμε εκεί, ας πάμε πρώτα στις 23 Νοεμβρίου του 2017.

Δηλαδή, στο “σαν σήμερα”…

Το πρώτο τρέιλερ της ταινίας της ΑΕΚ που θα πραγματοποιήσει επίσημη πρεμιέρα στις 25 Ιανουαρίου του επόμενου έτους, δηλαδή του 2018, εορτάζοντας τα 50 χρόνια απ’ την κατάκτηση του Κυπέλλου Κυπελλούχων είναι γεγονός.

Τ’ όνομα αυτής; 1968!

Και ποιος να το ‘λεγε ότι στην επέτειο των 50 χρόνων απ’ την κατάκτηση του πρώτου ευρωπαϊκού τροπαίου που έφθασε στην Ελλάδα, αλλά και του πρώτου της ομάδας, τόσο ο σύλλογος όσο και οι φίλαθλοι της ΑΕΚ θα μεθούσαν από δυο, ακόμη, επιτυχίες. Αυτή της κατάκτησης του Κυπέλλου Ελλάδος στις 17 Φεβρουαρίου αλλά και του τίτλου της Πρωταθλήτριας Ευρώπης του BCL στις 6 του Μάη του 2018!

Μ’ αφορμή, λοιπόν, την ημερομηνία της πρώτης επίσημης παρουσίασης του τρέιλερ της ταινίας που οραματίστηκε ο πρόεδρος της ΚΑΕ ΑΕΚ, Μάκης Αγγελόπουλος, και χάρισε στους φίλους της Ένωσης και του μπάσκετ, ας θυμηθούμε τι είδαμε, τι ζήσαμε, τι βίωσαν παίκτες και φίλαθλοι εκείνη τη μαγική βραδιά του ’68 μέσα απ’ την οπτική του Τάσου Μπουλμέτη, τ’ ανθρώπου εκείνου που μετουσίωσε την ιδέα σε ταινία και τις θύμησες σε συναισθήματα…

Διότι την Ιστορία δεν είναι απαραίτητο να την ανακαλούμε μόνο στις επετείους, αλλά καθημερινά, όταν είμαστε περήφανοι για Εκείνη, τολμώ να πω…

“1968”: ο Τελικός και το Κύπελλο που έκαναν όλη την Ελλάδα να παραμιλά…

“Εκείνη η βραδιά”…

4 Απριλίου. Το έτος 1968. Ο κινηματογραφικός φακός στρέφεται στο Καλλιμάρμαρο. Κατάμεστο. Εστιάζει στους 80.000 πραγματικούς φιλάθλους. Ζουμάρει καταγράφοντας το ρεκόρ προσέλευσης κόσμου που έχει σημειωθεί ποτέ στο πλαίσιο αθλητικών δρωμένων. Πολύ περισσότερο ζουμάρει στη νύχτα εκείνη που έμελλε ν’ αλλάξει τα δεδομένα στην ιστορία του ελληνικού αθλητισμού.

Τη νύχτα εκείνη που η ΑΕΚ συναγωνίστηκε τη Σλάβια Πράγας στον τελικό του Κυπέλλου Κυπελλούχων Ευρώπης. Και την κέρδισε. 

Φωνές, ενθουσιασμός, πάθος. Εντός αγωνιστικών γραμμών, εντός σταδίου, εκτός σταδίου, σε δρόμους και σε σπίτια.

Οι παλμοί εκτοξεύονται στα ύψη.

Τελικό σφύριγμα.

89-82.

Η ΑΕΚ ΕΙΝΑΙ ΠΡΩΤΑΘΛΗΤΡΙΑ ΕΥΡΩΠΗΣ.

Η φρενίτιδα απλώνεται σ’ ολόκληρη τη χώρα.

Η ΑΕΚ έφερε στην Ελλάδα τον πρώτο ευρωπαϊκό τίτλο. Η ΑΕΚ στέφθηκε Κυπελλούχος Ευρώπης.

Εκείνη η βραδιά χαράχθηκε στη μνήμη των ανθρώπων που την βίωσαν. Εκείνη η βραδιά αποτελεί παραμύθι μ’ ευτυχισμένο τέλος για όλους τους φίλους της Ένωσης, για όλους τους φίλους του μπάσκετ, για όλους τους φίλους του αθλητισμού.

Ήταν η βραδιά εκείνη που οι παίκτες του κιτρινόμαυρου συλλόγου έκλεισαν σφιχτά στην αγκαλιά τους το ποθητό κύπελλο, αφού πρώτα το σήκωσαν ψηλά, ως τον ουρανό.

Ήταν η βραδιά που, πέρα απ’ τους φίλους της ΑΕΚ, όλη η Ελλάδα, η οποία λάτρευε τον αθλητισμό, απόλαυσε τον τελικό και χάρηκε με την κατάκτηση του τίτλου.

Ήταν η βραδιά που η περιγραφή του Βασίλη Γεωργίου με την καυστική, την αγωνιώδη και τη χιουμοριστική έκφανση και “χροιά” του άγγιξε όλους τους Έλληνες, οι οποίοι κρέμονταν πάνω απ’ τα ραδιόφωνά τους σε σπίτια και σε καφενεία, για ν’ ακούσουν την εξέλιξη της αναμέτρησης πανηγυρίζοντας στους έξτρα για την ελληνική ομάδα πόντους και ξεφυσώντας σε κάθε απάντηση απ’ την αντίπαλη ομάδα βιώνοντας, παράλληλα, με τον τρόπο αυτό μέρος του γενικότερου παλμού που επικρατούσε στο Παναθηναϊκό Στάδιο.

Ήταν η βραδιά εκείνη όπου το πάθος και η Ψυχή στέφθηκαν νικητές.

“Κέρδισαν, γιατί δε μπορούσαν να χάσουν”…

Ο Τάσος Μπουλμέτης μέσω αυτού του ιδιαίτερου εγχειρήματος κατάφερε με τρόπο δεξιοτεχνικό ν’ αναδείξει το θαύμα του ’68 και να τ’ αναγάγει σε μια ποιοτική και πολύ ενδιαφέρουσα κινηματογραφική ταινία.

Σημείο κλειδί της ταινίας αποτέλεσε το “πάντρεμα”, αυτή η ένωση του πραγματικού και του μυθοπλαστικού στοιχείου. Η ταινία στην ολότητά της κτίζεται γύρω απ’ τη μετάδοση του σπουδαίου αυτού τελικού με την παρακολούθηση στιγμιότυπων -απ’ την έναρξη ως και τη λήξη της αναμέτρησης- προκαλώντας συγκίνηση και δέος. Βασισμένο στο σπάνιο αυτό οπτικοακουστικό υλικό του τελικού “πατούν” οι ποικίλες ιστορίες και τον πλαισιώνουν.

Ο πραγματικός χρόνος τ’ αγώνα “τρέχει” και οι θεατές, παράλληλα με τα επιτεύγματα των παικτών της ΑΕΚ, βλέπουν το πώς εκτυλίσσονταν οι ζωές των ανθρώπων της τότε εποχής τόσο κατά τη διάρκεια της αναμέτρησης όσο και στο γενικότερο πλαίσιο, κυρίως, κάτω απ’ το χουντικό και δικτατορικό καθεστώς καθώς και τις κομμουνιστικές διώξεις που επικρατούσαν και στιγμάτισαν την περίοδο εκείνη.

Συνεπώς, πραγματικότητα, μυθοπλασία, υλικό αρχείων κι αφηγήσεις των ίδιων των πρωταγωνιστών, των παικτών της ΑΕΚ, των οικείων τους, καθώς κι άλλων πολλών προσώπων μπλέκονται με τρόπο δημιουργικό προσφέροντας στο θεατή τον τρόπο να θυμηθεί ή και να μάθει τι έγινε τη νύχτα εκείνη, να πληροφορηθεί για το παρασκήνιο της επιτυχίας αυτής, να “ζήσει” το ξεριζωμό, ν’ ανατρέξει στο προσφυγικό, να δει τους λόγους αλλά και τη διαδικασία μέσα απ’ την οποία γεννήθηκε ο σύλλογος της ΑΕΚ, να δει το “καθεστώς” κάτω απ’ το οποίο ζούσαν οι άνθρωποι εκείνη την εποχή, τότε που οι συναθροίσεις και τα πηγαδάκια απαγορεύονταν λόγω της δικτατορίας του Παπαδόπουλου που μόνο κάτω απ’ την “ομπρέλα” ενός αθλητικού γεγονότος ο κόσμος μπορούσε να συγκεντρωθεί κι έτσι να επικοινωνήσουν μεταξύ τους.

Τ’ αθλητικό αυτό γεγονός, όπως αποτυπώνεται στην ταινία, έβαλε στην άκρη τον οπαδισμό και την όποια πολιτική προτίμηση μ’ αποτέλεσμα όλοι μαζί να ενωθούν και να μοιραστούν αθλητικές κι -πρωτίστως- ανθρώπινες στιγμές.

Η ταινία αυτή, πλούσια σε συναίσθημα, συγκινώντας, αλλά και προσφέροντας αβίαστη δόση χιούμορ, αγγίζει, όχι μόνο τον μέσο ΑΕΚτζή, αλλά κάθε άνθρωπο, κάθε θεατή, διότι, πέραν του αθλητικού, στην ταινία αυτή πρωταγωνιστούν, παράλληλα, το κοινωνικό και το πολιτικό στοιχείο. Η ταινία εκτός απ’ το ταξίδι στο παρελθόν, εκτός απ’ την παρουσίαση του “τώρα” της ταινίας -με τη μετάδοση τ’ αγώνα και την παρουσίαση της ζωής των πολιτών, αλλά και τη γενικότερη πολιτική κατάσταση της Ελλάδας- χαρίζει στο θεατή και την “επικαιρότητα” της εποχής εκείνης τόσο εντός όσο κι εκτός συνόρων δίνοντας, μεταξύ άλλων, έμφαση και στην τότε πολιτική σκηνή της Τσεχίας με την κατάληψη απ’ το κομμουνιστικό καθεστώς. Γενικότερα, στην ολότητά της η ταινία αποτελεί μια βουτιά στα “παλιά”.

“Τα όνειρα δε ξεχνιούνται ποτέ. Εμείς θα κερδίζουμε με την Ιστορία μας.”

Η αίσθηση στην ολότητά της; Γλυκόπικρη.

Απ’ τη μια, τα συναισθήματα κατακλύστηκαν λόγω της συγκίνησης και της υπερηφάνειας για την πορεία του συλλόγου και των επιτευγμάτων της κάνοντας τους φίλους της ΑΕΚ, τόσο νέους όσο και μεγαλύτερους, να θέλουν να ζήσουν κι άλλες παρόμοιες στιγμές, εξίσου δυνατές και ιστορικές, στο πλευρό της αγαπημένης τους ομάδας.

Απ’ την άλλη, κυριαρχεί το συναίσθημα της αισιοδοξίας με την ελπίδα ν’ αλλάξουν κάποτε οι συνθήκες κάτω απ’ τις οποίες δρουν οι οπαδοί της κάθε ομάδας.

Η ταινία αυτή λειτουργεί, μεταξύ άλλων, ως η αρχή μιας συζήτησης για την πάταξη του οπαδισμού, αλλά και για τη δημιουργία χώρου για την ουσιαστική απόλαυση του αθλητικού δρωμένου αυτού καθαυτού. Η ταινία (όπως κι ο ίδιος ο πρόεδρος της ομάδας, κύριος Αγγελόπουλος, έχει τονίσει) επιθυμεί να δείξει πως το επίτευγμα του κάθε συλλόγου ξεχωριστά οφείλει ν’ αποτελεί πρωτίστως χαρά για όλη τη χώρα, διότι αυτόματα συνεπάγεται την πρόοδο και τη διάκριση για τον εθνικό αθλητισμό γενικότερα. Άλλωστε, όπως ειπώθηκε κι απ’ τον ίδιο τον σκηνοθέτη, “στη θέση της ΑΕΚ θα μπορούσε να είναι μια άλλη ομάδα που ν’ αναδείξει με τρόπο τόσο εμφατικό την Ελλάδα”.

“ΑΕΚ, ΕΛΛΑΣ, ΕΝΩΣΙΣ” φώναζε ο κόσμος μέσα στο Καλλιμάρμαρο, ανεξάρτητα απ’ την προσωπική οπαδική προτίμηση, εστιάζοντας στο συγκεκριμένο γεγονός εν μέσω μιας δεινής, μάλιστα, πολιτικής συγκυρίας που ο κόσμος ήθελε να εκτονωθεί απ’ το χουντικό καθεστώς.

Ταινία γεμάτη ιστορία, ενημέρωση, εξομολογήσεις, αποκαλύψεις, μπάσκετ, πολιτική, συναισθήματα, γέλιο, δάκρυα.

Μια ταινία 94 λεπτών κατάφερε ν’ αποτυπώσει τη ζωή του τότε με τρόπο παραστατικό με τις στιγμές που ξεχώρισαν να ποικίλλουν. 

Αρχής γενομένης -και πρωτίστως- απ’ την αναδρομή στο παρελθόν και την απόφαση της ίδρυσης ενός συλλόγου, του οποίου πρωταρχικός στόχος ήταν να συγκεντρώνει αθλητές, όπου κατόρθωμα το κατόρθωμα να μετρά επιτυχίες, τις οποίες ο κόσμος θα θυμάται για πολλά χρόνια. Ο Τάσος Μπουλμέτης εστιάζει στο προσφυγικό ζήτημα, το ξεριζωμό των ανθρώπων και την απόφαση της ίδρυσης ενός σωματείου τ’ οποίο θα κερδίζει με την Ιστορία του.

Άλλη μια έντονη και, μάλιστα, δραματική στιγμή της ταινίας ήταν η αποκάλυψη, κατόπιν της ήττας από μια αναμέτρηση αλλά και της “επίθεσης – ξέσπασμα” που δέχτηκε ο Γιώργος Μόσχος απ’ τον Γιώργο Αμερικάνο, πως ο πρώτος έπασχε από καρκίνο, αλλά αρνούνταν πεισματικά, ωστόσο, να πάψει ν’ αγωνίζεται. Η αγκαλιά του Αμερικάνου στον Μόσχο, καθώς και όλοι οι παίκτες ως ένα κουβάρι μαζί ενωμένοι, ήταν απ’ τις πιο συγκινητικές εικόνες. Άλλωστε, ποιος μπορεί να καταθέσει τα όπλα και να παραιτηθεί παύοντας να κάνει αυτό που λατρεύει; Δυο χρόνια αργότερα ο Γιώργος Μόσχος έλειπε απ’ τον τελικό, αλλά η ζωηρή και χαρακτηριστική περιγραφή του Γεωργίου από ένα μικρό ραδιόφωνο πάνω στον τάφο του ανέδιδε “παλμό και ζωή” ραγίζοντας τη σιωπή, η οποία επικρατούσε στο κοιμητήριο, όπου εκείνος αναπαύεται.

Ακόμη μια όμορφη στιγμή, όταν με το τελικό σφύριγμα όλο το Καλλιμάρμαρο σείστηκε και οι δρόμοι της Αθήνας γέμισαν απ’ τους μαγεμένους -με το επίτευγμα της ΑΕΚ- Έλληνες. Αδιαμφισβήτητη, λοιπόν, η σύγκριση με το πιο πρόσφατο και, μάλιστα, ποδοσφαιρικό παράδειγμα, τ’ οποίο ανέδειξε κι έχει να θυμάται ο ελληνικός αθλητισμός, όταν το 2004 οι δρόμοι όλης της Ελλάδας γέμισαν από φωνές, γέλια, κορναρίσματα και γαλανόλευκες σημαίες μετά την κατάκτηση του Ευρωπαϊκού. Τρανά παραδείγματα, λοιπόν, που πιστοποιούν πως ο αθλητισμός μονάχα να ενώνει μπορεί. Πώς, ωστόσο, εμείς έχουμε βρει τον τρόπο να μάς χωρίζει και να μεγαλώνει τη μεταξύ μας απόσταση είναι ένα θέμα άξιο λόγου και προβληματισμού.

Εν συνεχεία, η σκηνή που κατάφερε να τραβήξει το ενδιαφέρον, αποτελώντας, παράλληλα, το έναυσμα, ώστε η κινηματογραφική αίθουσα να γεμίσει απ΄τα τρανταχτά γέλια, ήταν η ερμηνεία του Αντώνη Αντωνίου. Μ’ αφορμή το γούρι του Αμερικάνου -που αποτελούσε πραγματικό γεγονός-, στήθηκε ένα κωμικό σκηνικό, τ’ οποίο ώθησε τους παράγοντες της Ένωσης ν’ απευθυνθούν -στο πλαίσιο της ταινίας- σε γραφείο κηδειών… Με τη χιουμοριστική αυτή κινηματογραφική πινελιά, παρά το “μακάβριο” της υπόθεσης, προσφέρθηκε άπλετο γέλιο, τ’ οποίο συνέβαλλε στην αποφόρτιση των θεατών απ’ τη γενικότερη ένταση των συναισθημάτων.

Τέλος, δε θα μπορούσε να μην αναφερθεί ένα ευφυές σκηνοθετικό τέχνασμα. Ο θεατής παρακολουθεί τον Γεωργίου -απ’ τα πλάνα τ’ αρχείου- να μεταδίδει τον αγώνα σ’ απόσταση αναπνοής απ’ τους παίκτες κι ο Μπουλμέτης μ’ έναν έξυπνο τρόπο δίνει συνέχεια στην εικόνα αυτή τοποθετώντας τον Γεωργίου στο τώρα, στο χρόνο γυρίσματος της ταινίας, να κάθεται στην ίδια θέση, μπροστά απ’ το μικρόφωνο μέσα στ’ άδειο, ωστόσο, αν και φωτεινό κάτω απ’ τις αχτίδες του ήλιου σ’ αντίθεση με τη νύχτα της μετάδοσης, Καλλιμάρμαρο. Μια αντίθεση, μια συνέχεια στο χρόνο. Το τότε και το τώρα. Τότε που περιέγραφε τον αγώνα και τώρα που εξομολογείται από μια άλλη οπτική, αν κι ενθουσιώδης κι αυτή, τα όσα έντονα βίωσε εκείνη τη βραδιά.

Παράλληλα, η μουσική επένδυση της Ευανθίας Ρεμπούτσικα συνόδευσε ως μουσικό χαλί την ταινία και την απογείωσε “βυθίζοντας” το θεατή σε πληθώρα συναισθημάτων.

Το “1968” αποτελεί την επετειακή ταινία της ΑΕΚ για την ολοκλήρωση των 50 χρόνων απ’ την κατάκτηση του Κυπέλλου Κυπελλούχων.

Δεν παύει, ωστόσο, ν’ αποτελεί ένα κινηματογραφικό διαμάντι που επεξεργάζεται τη γέννηση της ΑΕΚ αλλά και το θρίαμβο της Ένωσης μέσα απ’ την αθλητική, κοινωνική και πολιτική εξέλιξη προσφέροντας στο κοινό τη δυνατότητα της γνώσης και της σύγκρισης.

Το “1968” καλεί τον κόσμο να θυμηθεί, αλλά και να μάθει το κατόρθωμα του συλλόγου αυτού που σκόρπισε χαρά σ’ ολόκληρη τη χώρα, αφού πρώτα συγκινηθεί απ’ τη θύμηση του ξεριζωμού και της “αναβίωσης” της προσφυγιάς.

Στη διάρκεια της παρακολούθησης αυτού το φιλμ ο θεατής θα δει, μεταξύ άλλων, τον κόσμο τ’ αθλητισμού από μια άλλη οπτική, περισσότερο ευχάριστη -αν και το γενικότερο κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο μέσα στ’ οποίο εκτυλίσσεται αυτή η επιτυχία μόνο ως ευχάριστο δε θα χαρακτηριζόταν.

Η ταινία αυτή καλεί όλους τους φίλους τ’ αθλητισμού -ανεξάρτητα από χρώματα και σύμβολα- να την δουν, να την απολαύσουν και, πολύ περισσότερο, να προβληματιστούν.

Ποιος, είναι, άραγε ο αθλητισμός που θέλουμε και τι μάς λείπει περισσότερο απ’ αυτόν;

Αφήστε μια απάντηση

Συνεχίζοντας να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Περισσότερες πληροφορίες.

Οι ρυθμίσεις των cookies σε αυτή την ιστοσελίδα έχουν οριστεί σε "αποδοχή cookies" για να σας δώσουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία περιήγησης. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτή την ιστοσελίδα χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις των cookies σας ή κάνετε κλικ στο κουμπί "Κλείσιμο" παρακάτω τότε συναινείτε σε αυτό.

Κλείσιμο